Meaning of πέλαγος | Babel Free
/ˈpe.la.ɣos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- η ανοικτή θάλασσα που βρίσκεται μακριά από την ακτή
- επώνυμη περιορισμένη θαλάσσια έκταση μικρότερη από τη θάλασσα και τον ωκεανό
-
μεγάλος όγκος, πλήθος, αφθονία figuratively
Παραδείγματα
“Η βάρκα του έπλεε ανοικτά, στο πέλαγος.”
“Αιγαίο Πέλαγος, Ιόνιο Πέλαγος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.