Meaning of πελάγρα | Babel Free
/peˈla.ɣɾa/Ορισμοί
ασθένεια που οφείλεται σε αβιταμίνωση (κυρίως, έλλειψη νιασίνης) και εκδηλώνεται με φωτοευαισθησία, ερύθημα στα ακάλυπτα μέρη του σώματος, στοματίτιδα και γαστρικές ή νευρικές διαταραχές (αϋπνία, κατάθλιψη κ.λπ.)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.