Meaning of ορυκτός | Babel Free
Ορισμοί
- που ανήκει στα ορυκτά, που είναι ορυκτό κι εξορύσσεται από τη γη
- που έχει απολιθωθεί και παραμένει στην επιφάνεια ή το υπέδαφος της γης
Ισοδύναμα
English
mineral
Παραδείγματα
“ορυκτός σίδηρος”
“ορυκτά καύσιμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.