HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ορολογία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
o.ɾo.loˈʝi.a

Ορισμοί

  1. το σύνολο ειδικών όρων για μια επιστήμη, ή τέχνη, ή γνωστικό πεδίο
  2. επιστήμη που μελετά τις έννοιες και τις κατασημάνσεις τους και τη δομή, τον σχηματισμό, την ανάπτυξη, τη χρήση και τη διαχείριση ορολογίων σε διάφορα θεματικά πεδία
  3. η επιστημονική μελέτη του ορού και άλλων σωματικών υγρών

Ισοδύναμα

38 more languages

Παραδείγματα

“ιατρική ορολογία, ορολογία των υπολογιστών”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ορολογία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free