Σημασία του ορειβασία | Babel Free
o.ɾi.vaˈsi.aΟρισμοί
το περπάτημα σε βουνά, το σκαρφάλωμα πάνω σ’ αυτά ή -συνήθως- στις κορυφές τους καθώς και το σχετικό άθλημα
Ισοδύναμα
العربية
تسلق الجبال
Català
alpinisme
Esperanto
alpismo
فارسی
کوهنوردی
हिन्दी
पर्वतारोहण
Հայերեն
ալպինիզմ
Íslenska
fjallganga
Italiano
alpinismo
ქართული
ალპინიზმი
Română
alpinism
Slovenčina
alpinizmus
Українська
альпінізм
Tiếng Việt
leo núi
Παραδείγματα
“Ετσι μαθαίνουμε για τις ορειβασίες που τόσο αγαπούσε ο Ηλίας Βενέζης, για τον Τάσο Λειβαδίτη που έγραφε με τη συνοδεία κλασικής μουσικής ή και για τον Γιάννη Ρίτσο που, όταν πήγαινε στη Σάμο, τους μάθαινε όλους τους νέους χορούς της Αθήνας. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free