ορειβασία
Ορισμοί
το περπάτημα σε βουνά, το σκαρφάλωμα πάνω σ’ αυτά ή -συνήθως- στις κορυφές τους καθώς και το σχετικό άθλημα
Ισοδύναμα
30 more languages
العربيةتسلق الجبال
Catalàalpinisme
Esperantoalpismo
فارسیکوهنوردی
हिन्दीपर्वतारोहण
Հայերենալպինիզմ
Íslenskafjallganga
Italianoalpinismo
ქართულიალპინიზმი
Românăalpinism
Slovenčinaalpinizmus
Українськаальпінізм
Tiếng Việtleo núi
Παραδείγματα
“Ετσι μαθαίνουμε για τις ορειβασίες που τόσο αγαπούσε ο Ηλίας Βενέζης, για τον Τάσο Λειβαδίτη που έγραφε με τη συνοδεία κλασικής μουσικής ή και για τον Γιάννη Ρίτσο που, όταν πήγαινε στη Σάμο, τους μάθαινε όλους τους νέους χορούς της Αθήνας. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free