Meaning of οξυοξύ | Babel Free
Ορισμοί
- οποιαδήποτε χημική ένωση που φέρει στο μόριό της υδροξύλιο και καρβοξύλιο
-
: οποιοδήποτε οξύ που στο μόριό του περιέχει οξυγόνο. figuratively
Παραδείγματα
“στον πληθυντικό τα οξυοξέα αποτελούν ειδική κατηγορία χημικών ενώσεων”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.