HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οντότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/onˈdo.ti.ta/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του όντος
  2. η ύπαρξη αισθητή ή νοητή
  3. η οικονομική μονάδα
  4. οποιοδήποτε κατασκευασμένο αντικείμενο, όπως αρχείο, κώδικας, δεδομένα, μεταβλητές, τύποι δεδομένων, κλπ.
  5. βασική έννοια του σχεσιακού μοντέλου για την οργάνωση δεδομένων σε ομοειδείς πλειάδες (τις γραμμές) που αποτελούνται από συγκεκριμένα γνωρίσματα ή ιδιότητες (τις στήλες), υλοποίηση της οποίας είναι ο πίνακας (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων

Ισοδύναμα

English entity

Παραδείγματα

“※ Αυτή, η γυναίκα δεν υφίσταται ως φυσικό πρόσωπο και αυτοδύναμη κοινωνική και ηθική οντότητα, παρά μόνο μέσα από το χρέος της να ανταποκριθεί στο ρόλο που την προορίζει ο ανδροκεντρικός κοινωνικός κανόνας : « … στη σημερινή κοινωνία , ή ρωμέϊκη ή ευρωπαϊκή, δεν θα ήτουν βέβαια [ η Τρισεύγενη ] ένα πρότυπο καλής συζύγου και καλής νοικοκυράς. Θα εκατάστρεφε τον άντρα της, επομένως και τον εαυτό της (Γεωργία Λαδογιάννη, Επί σκηνής ο λόγος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1995, σελ. 197)”
“※ Το πρώτο στάδιο στη διαδικασία της διαμόρφωσης των πινάκων της βάσης είναι η επισήμανση οντοτήτων και η τελική μετατροπή τους σε πίνακες.”
“συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: σχέση (relation)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οντότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course