Meaning of οντότητα | Babel Free
/onˈdo.ti.ta/Ορισμοί
- η ιδιότητα του όντος
- η ύπαρξη αισθητή ή νοητή
- η οικονομική μονάδα
- οποιοδήποτε κατασκευασμένο αντικείμενο, όπως αρχείο, κώδικας, δεδομένα, μεταβλητές, τύποι δεδομένων, κλπ.
- βασική έννοια του σχεσιακού μοντέλου για την οργάνωση δεδομένων σε ομοειδείς πλειάδες (τις γραμμές) που αποτελούνται από συγκεκριμένα γνωρίσματα ή ιδιότητες (τις στήλες), υλοποίηση της οποίας είναι ο πίνακας (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων
Ισοδύναμα
English
entity
Παραδείγματα
“※ Αυτή, η γυναίκα δεν υφίσταται ως φυσικό πρόσωπο και αυτοδύναμη κοινωνική και ηθική οντότητα, παρά μόνο μέσα από το χρέος της να ανταποκριθεί στο ρόλο που την προορίζει ο ανδροκεντρικός κοινωνικός κανόνας : « … στη σημερινή κοινωνία , ή ρωμέϊκη ή ευρωπαϊκή, δεν θα ήτουν βέβαια [ η Τρισεύγενη ] ένα πρότυπο καλής συζύγου και καλής νοικοκυράς. Θα εκατάστρεφε τον άντρα της, επομένως και τον εαυτό της (Γεωργία Λαδογιάννη, Επί σκηνής ο λόγος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1995, σελ. 197)”
“※ Το πρώτο στάδιο στη διαδικασία της διαμόρφωσης των πινάκων της βάσης είναι η επισήμανση οντοτήτων και η τελική μετατροπή τους σε πίνακες.”
“συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: σχέση (relation)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.