Meaning of ολότητα | Babel Free
/oˈlo.ti.ta/Ορισμοί
- αδιαίρετη ύπαρξη
- η ιδιότητα εκείνη που χαρακτηρίζει κάτι ή κάποιον δίχως την απουσία κανενός μέρους του
Ισοδύναμα
English
Wholeness
Παραδείγματα
“το φιλοσοφικό, πεζογραφικό και ποιητικό του έργο πρέπει να θεωρείται ως μία ολότητα της οποίας τα μέρη είναι σε οργανική σύνδεση μεταξύ τους”
“η πλαστικότητα των μορφών χαρακτηρίζει την ολότητα του έργου του”
“ένιωθε ότι η μουσική του Σούμπερτ άγγιζε την ολότητα του είναι του”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.