HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ολότητα | Babel Free

Noun CEFR B1
/oˈlo.ti.ta/

Ορισμοί

  1. αδιαίρετη ύπαρξη
  2. η ιδιότητα εκείνη που χαρακτηρίζει κάτι ή κάποιον δίχως την απουσία κανενός μέρους του

Ισοδύναμα

English Wholeness

Παραδείγματα

“το φιλοσοφικό, πεζογραφικό και ποιητικό του έργο πρέπει να θεωρείται ως μία ολότητα της οποίας τα μέρη είναι σε οργανική σύνδεση μεταξύ τους”
“η πλαστικότητα των μορφών χαρακτηρίζει την ολότητα του έργου του”
“ένιωθε ότι η μουσική του Σούμπερτ άγγιζε την ολότητα του είναι του”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ολότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course