Meaning of ολκή | Babel Free
/olˈci/Ορισμοί
- αξία, ικανότητα, σπουδαιότητα, εκτόπισμα, μέγεθος ενός ανθρώπου ή μιας συμπεριφοράς (μόνο στη γενική ενικού χωρίς άρθρο)
- μέθοδος παραγωγής σύρματος από όλκιμο μέταλλο
- διαμέτρημα κάννης όπλου
- για τις παρωχημένες αρχαίες σημασίες «έλξη» και «βάρος»
Παραδείγματα
“(μειωτικά, ειρωνικά) είναι γαϊδούρι ολκής, διαρρήκτης ολκής, απατεώνας ολκής, βλάκας ολκής, λάθος ολκής γκάφα ολκής”
“(ως έπαινος) επιστήμονας ολκής, επιτεύγματα ολκής, πολιτικός ολκής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.