Meaning of ολκός | Babel Free
/olˈkos/Ορισμοί
- αυλάκωση αυλάκι (που έχει σχηματιστεί από κάτι που σύρθηκε)
- ανδρικό επώνυμο
- συνώνυμο του ελκυστήρας
- σύστημα που χρησιμεύει στη στρέψη κάποιου πράγματος
- σύστημα μηχανής συρματοποίησης με οπές απ’ όπου διέρχονται μεταλλικές ράβδοι και στη συνέχεια μετατρέπονται σε σύρματα
- δοκός σε επικλινή επιφάνεια, χρήσιμη για την καθέλκυση ή ανέλκυση ενός πλοίου
- όχημα με τροχούς για τη μεταφορά πλοίων
- σχοινί που χρησιμεύει στη στρέψη ενός ιστίου
-
η έλξη, η έλκυση dated, formal
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.