HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του οικο- | Babel Free

Φράση CEFR B1
ˈiko

Ορισμοί

  1. το ουσιαστικό οίκος ως πρώτο συνθετικό λέξεων που σχετίζονται
  2. με το σπίτι, τον οίκο
  3. με το φυσικό περιβάλλον
  4. με συγκεκριμένη περιοχή

Ισοδύναμα

Català eco-
Dansk øko-
Deutsch öko-
English eco-
Español eco-
Suomi eko-
Français éco-
Italiano eco-
日本語 エコ
한국어 생태 에코
Bahasa Melayu eko-
Nederlands eco- eco-
Polski eko-
Português eco-
Русский эко-
Svenska eko-
Українська еко-
Tiếng Việt sính sinh sinh
中文
ZH-TW

Παραδείγματα

“οικο- (oiko-) + γενιά (geniá, “generation”) → οικογένεια (oikogéneia, “family”)”
“οικο- (oiko-) + σελίδα (selída, “page”) → οικοσελίδα (oikoselída, “homepage”)”
“οικο- (oiko-) + σκεύη (skévi, “utensil”) → οικοσκευή (oikoskeví, “household appliance”)”
“οικο- (oiko-) + σημαία (simaía, “flag, banner”) → οικόσημο (oikósimo, “coat of arms”)”
“οικο- (oiko-) + σύστημα (sýstima, “system”) → οικοσύστημα (oikosýstima, “ecosystem”)”
“οικο- (oiko-) + -λογία (-logía, “-logy”) → οικολογία (oikología, “ecology”)”
“οικογένεια, οικονομία”
“οικόσιτος, οικόσημο”
“οικολογία”
“οικότοπος”
“οικωνύμιο”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οικο- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free