οικοτεχνία
Ορισμοί
το σύνολο εξειδικευμένων και μη εργασιών, που εκτελούνται επαγγελματικά στην κατοικία μιας οικογένειας από τα ίδια τα μέλη της
Ισοδύναμα
8 more languages
Danskhusflid
Suomikotiteollisuus
ગુજરાતીગૃહઉદ્યોગ
Italianolavoro a domicilio
한국어가내공업
Nederlandshuisnijverheid
Svenskasmåföretag
தமிழ்குடிசைத்தொழில்
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free