HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του Οθωμανός | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
o.θo.maˈnos

Ορισμοί

  1. Τούρκος ο οποίος ανήκει στη σουλτανική δυναστεία του Οσμάν
  2. ο κάτοικος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
    broadly

Ισοδύναμα

العربية عثماني عثماني
Català otomà otomà
Deutsch Osmane
English Ottoman Ottoman
Español otomano otomano
Suomi ottomaani
Français ottoman ottoman
Magyar oszmán oszmán
Հայերեն օսման
日本語 オスマン
한국어 오스만
Português otomano otomano
Русский Осман
Svenska osman
Türkçe Osmanlı Osmanlı

Παραδείγματα

“※ Η οθωμανική επίθεση στην Κύπρο (1570-1571), ύστερα από την άρνηση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας να την παραχωρήσει στον σουλτάνο Σελίμ Β΄ (1566-1574), στάθηκε η αφορμή για την έναρξη του Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573). Παράλληλα όμως προς τις πολεμικές επιχειρήσεις στο κυπριακό έδαφος, και δη την πολιορκία της Αμμοχώστου, οι Οθωμανοί περιπολούσαν στο Αιγαίο και το Ιόνιο εξαπολύοντας επιθέσεις εναντίον των βενετικών νησιωτικών κτήσεων.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Οθωμανός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free