οβελίσκος
Ορισμοί
ο λατρευτικός μονολιθικός στύλος (κυλινδρικός ή τετράεδρος) που τοποθετείτο ζευγαρωτά, συνήθως στην είσοδο αρχαίων αιγυπτιακών ναών. Αυτοί οι στύλοι συνήθως απολήγουν σε μικρή πυραμίδα. Γενικά η λέξη χρησιμοποιείται για κάθε μνημείο που έχει αυτή τη μορφή.
Ισοδύναμα
33 more languages
العربيةمسلة
Catalàobelisc
Češtinaobelisk
Esperantoobelisko
Suomiobeliski
Gaeilgemiodóg
हिन्दीशिलास्तंभ
Magyarobeliszk
Հայերենկոթող
Italianoobelisco
ქართულიობელისკი
Latviešuobelisks
Македонскиобелиск
မြန်မာကျောက်စာတိုင်
Nederlandsobelisk
Portuguêsobelisco
Românăobelisc
Русскийобелиск
Tagalogobelisko
Українськаобеліск
Tiếng Việttượng đài
中文方尖碑
繁體中文方尖碑
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free