HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

οβίδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
oˈvi.ða

Ορισμοί

βλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα

Ισοδύναμα

19 more languages

Παραδείγματα

Μια οβίδα έσκασε κοντά στο χωριό.”

A shell exploded near the village.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οβίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free