Meaning of ξυλόφωνο | Babel Free
/ksiˈlo.fo.no/Ορισμοί
κρουστό μουσικό όργανο, αποτελούμενο από ξύλινες πλάκες ίδιου πλάτους και πάχους αλλά διαφορετικού μήκους, που παράγουν φθόγγους δύο ή και τριών μουσικών κλιμάκων με τη χρήση μπαγκετών
Ισοδύναμα
English
Xylophone
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.