Meaning of ξυλάκι | Babel Free
Ορισμοί
-
υποκοριστικό του: ξύλο rare
-
αντικείμενο από μικρό κομμάτι ξύλο, μακρόστενο, για διάφορες χρήσεις όπως: general
Ισοδύναμα
English
chopstick
Παραδείγματα
“≋ ταυτόσημα: ξυλαράκι”
“για σουβλάκι”
“για βιομηχανοποιημένο τύπου παγωτό που έχει στην άκρη ένα ξυλάκι όπως το γλυφειτζούρι”
“για κατανάλωση τροφών αντί για πιρούνι και μαχαίρι (αυτό απαιτεί δύο ξυλάκια)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.