Meaning of ξεπέτα | Babel Free
Ορισμοί
- κάτι που γίνεται βιαστικά
- γρήγορη ερωτική συνεύρεση
- προχειροδουλειά που έγινε βιαστικά, πρόχειρα και με ελλείψεις
Ισοδύναμα
English
Quickie
Παραδείγματα
“έριξαν μια ξεπέτα στις τουαλέτες του αεροδρομίου”
“τα πήραν χοντρά για την ξεπέτα που παραδόσανε”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.