ξενώνας
Ορισμοί
δωμάτιο, διαμέρισμα ή και κτήριο (σπιτιού, ιδρύματος, μοναστηριού κ.λπ.) που έχει διαμορφωθεί ειδικά για φιλοξενία ξένων
Ισοδύναμα
15 more languages
Българскигостна
Magyarvendégszoba
Italianocamera degli ospiti
Kurdîhostêl
Latinahospitale
Polskipokój gościnny
Românăcasa mare
Svenskagästrum
Tiếng Việtphòng trọ
Παραδείγματα
“Ο ξενώνας του μοναστηριού φιλοξενούσε τους προσκυνητές.”
The monastery's guesthouse hosted the pilgrims.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free