Meaning of ξήλωμα | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξηλώνω
- το ξέπλεγμα του νήματος από ένα πλεκτό (και η επαναφορά του σε μορφή νήματος)
- η απόσπαση αντικειμένου από τη θέση του, στην οποία είχε εφαρμοστεί σταθερά και τρόπον τινά μόνιμα είτε με καρφιά είτε με άλλο τρόπο
-
υποβιβασμός στρατιωτικού, αστυνομικού, υπουργού, δηλαδή ατόμου με εξουσία ανεξαρτήτως του βαθμού που φέρει και του τομέα στον οποίο απασχολείτα -σπανίως όμως στον ιδιωτικό τομέα figuratively
-
απομάκρυνση ή υποβιβασμός ατόμων που νόμιζαν ότι είχαν δια βίου εξασφαλισμένη την θέση τους και είχαν καταλήξει αρχόμισθα figuratively
Παραδείγματα
“το ξήλωμα είναι εύκολο, το πλέξιμο όμως...”
“-Πόσο θα στοιχίσει; -Θα αρχίσουμε με το ξήλωμα του παρκέ και βλέπουμε...”
“άρχισε το ξήλωμα των καρεκλοκένταυρων”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.