Meaning of ξέβγαλμα | Babel Free
Ορισμοί
- η φάση του πλυσίματος (ρούχων, πιάτων) κατά την οποία ρίχνουμε αρκετό νερό πάνω στα πλυμένα για να απομακρυνθούν οι σαπουνάδες
-
διαδικασία παροδικής ατομικής ανακωχής ή προστασίας κατά τη διάρκεια οικογενειακής αντιδικίας ή βεντέτας, η οποία επιτυγχάνεται με την παρουσία ενός ουδέτερου προσώπου, του λεγόμενου ξεβγάλτη, το οποίο συνοδεύει το άτομο που απολαμβάνει την προσωρινή προστασία του από τους εχθρούς της άλλης οικογένειας dated, idiomatic
Παραδείγματα
“το βγάλσιμο έξω, η διαδικασία να βγάλω / βγάζω έξω, λ.χ. τα ζώα για βοσκή”
“το ξεπροβόδισμα”
“※ Υπήρχε ακόμα [στη Μάνη] μια περίεργη μέθοδος που μ' αυτήν μπορούσε ένα μεμονωμένο άτομο, της μιας από τις αντιμαχόμενες οικογένειες, να πετύχει μια προσωρινή ιδιωτική ανακωχή, που την έλεγαν Ξέβγαλμα. […] Κάθε εχθρική κίνηση ενάντια στον προστατευόμενό του, θα έβαζε αυτόματα την οικογένεια του [συνοδού] ξεβγάλτη σε έχθρα με τους επιτιθέμενους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.