ξεβγάλτης
Ορισμοί
πρόσωπο που συνοδεύει, ως ουδέτερος σε διαμάχη (βεντέτα) τρίτων, ένα άτομο προκειμένου αυτό να εξέλθει από το σπίτι του και να κυκλοφορήσει με ασφάλεια, χωρίς να κινδυνεύει να δεχθεί επίθεση από τους αντιπάλους του· (κυριολεκτικά) αυτός που βγάζει
dated, idiomatic
Παραδείγματα
“※ Αν κάποιος είχε να κάνει μια σπουδαία δουλειά -βαφτίσια, γάμο, κηδεία […]- σε μια ουδέτερη περιοχή, μπορούσε να πάρει μαζί του έναν ξεβγάλτη· δηλαδή έναν βαρειά οπλισμένο ουδέτερο, κι αν ήταν δυνατό ένα Νυκλιάνο, με τη φαμίλια του οποίου η άλλη πλευρά δεν ήθελε ν' αρχίσει ακούσια τσακωμό· έναν άντρα που η παρουσία του έβγαζε το συνοδό του από τη διαμάχη”
“※ Στη Μάνη οι φονιάδες μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα συνοδευόμενοι από έναν ουδέτερο προστάτη (ξεβγάλτης)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free