HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ξεβγάλτης

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

πρόσωπο που συνοδεύει, ως ουδέτερος σε διαμάχη (βεντέτα) τρίτων, ένα άτομο προκειμένου αυτό να εξέλθει από το σπίτι του και να κυκλοφορήσει με ασφάλεια, χωρίς να κινδυνεύει να δεχθεί επίθεση από τους αντιπάλους του· (κυριολεκτικά) αυτός που βγάζει

dated, idiomatic

Παραδείγματα

“※ Αν κάποιος είχε να κάνει μια σπουδαία δουλειά -βαφτίσια, γάμο, κηδεία […]- σε μια ουδέτερη περιοχή, μπορούσε να πάρει μαζί του έναν ξεβγάλτη· δηλαδή έναν βαρειά οπλισμένο ουδέτερο, κι αν ήταν δυνατό ένα Νυκλιάνο, με τη φαμίλια του οποίου η άλλη πλευρά δεν ήθελε ν' αρχίσει ακούσια τσακωμό· έναν άντρα που η παρουσία του έβγαζε το συνοδό του από τη διαμάχη”
“※ Στη Μάνη οι φονιάδες μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα συνοδευόμενοι από έναν ουδέτερο προστάτη (ξεβγάλτης)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ξεβγάλτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free