Meaning of ξανά | Babel Free
/ksaˈna/Ορισμοί
- για μια ακόμη φορά, πάλι
- ως πρώτο συνθετικό σε πολλές λέξεις για να δείξει την επανάληψη, σε άλλες από τις οποίες έχει αντικαταστήσει το ἀνά ενώ σε άλλες αποτελεί νεολογισμό
- με το μανά δείχνει τη διαρκή επανάληψη, την κουραστική ή εκνευριστική (ξανά-μανά)
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.