Meaning of Νώε | Babel Free
/ˈno.e/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ο δέκατος και τελευταίος πριν τον κατακλυσμό πατριάρχης των Εβραίων, γιος του Λάμεχ και εγγονός του Μαθουσάλα
Ισοδύναμα
English
Noah
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.