Meaning of νότα | Babel Free
/ˈno.ta/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- μουσικός φθόγγος και το αντίστοιχο γραπτό σύμβολό του (φθογγόσημο)
- διπλωματικό σημείωμα, διακοίνωση
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νότας
- απόχρωση, μικρή αλλαγή του τόνου ή της διάθεσης
Ισοδύναμα
English
note
Παραδείγματα
“μια εύθυμη νότα που έσπασε το βαρύ κλίμα”
“διπλωματική νότα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.