HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ντιρχάμ | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. κύριο νόμισμα κυρίως αραβικών χωρών, όπως του Μαρόκο (MAD), των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED)
  2. υποδιαίρεση νομισμάτων χωρών, όπως του Λιβυκού δηναρίου, του Καταριανού ριάλ, του Ιορδανικού δηναρίου και του Ταζικιστιανού σομόνι
  3. παλαιότερα, συνήθως αργυρά, νομίσματα αραβικών κρατών

Παραδείγματα

“※ Είναι φρέσκο το ψωμί, το' φτιαξε η μάνα μου. Δεν θα σ΄το χρεώσω παραπάνω. Αν ήταν στο χέρι μου, δεν θα σου 'παιρνα ούτε μισό ντιρχάμ, αλλά με ελέγχει η υπηρεσία, κατάω κι εγώ κάτι στην άκρη. (Ιστορίες βιβλίων, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ντιρχάμ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course