Meaning of ντιρχάμ | Babel Free
Ορισμοί
- κύριο νόμισμα κυρίως αραβικών χωρών, όπως του Μαρόκο (MAD), των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED)
- υποδιαίρεση νομισμάτων χωρών, όπως του Λιβυκού δηναρίου, του Καταριανού ριάλ, του Ιορδανικού δηναρίου και του Ταζικιστιανού σομόνι
- παλαιότερα, συνήθως αργυρά, νομίσματα αραβικών κρατών
Παραδείγματα
“※ Είναι φρέσκο το ψωμί, το' φτιαξε η μάνα μου. Δεν θα σ΄το χρεώσω παραπάνω. Αν ήταν στο χέρι μου, δεν θα σου 'παιρνα ούτε μισό ντιρχάμ, αλλά με ελέγχει η υπηρεσία, κατάω κι εγώ κάτι στην άκρη. (Ιστορίες βιβλίων, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.