ντερές
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ρυάκι, ρέμα, ποτάμι idiomatic
Παραδείγματα
“※ Και γιατί σε έριξε στον ντερέ; (⌘ Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα. [μυθιστόρημα], Αθήνα: Δίφρος, 1956)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free