Meaning of νοκ άουτ | Babel Free
/ˈnok ˈaut/Ορισμοί
- το να παραμείνει ένας πυγμάχος πεσμένος στο καναβάτσο μετά από χτύπημα του αντιπάλου του και μετά από το μέτρημα του ορισμένου χρόνου, οπότε και θεωρείται ηττημένος
-
εξαντλημένος, εξουθενωμένος figuratively
- (σαν επίθετο) που δεν μπορεί να επαναληφθεί· λέγεται για αγώνες που το αποτέλεσμά τους κρίνει την πρόκριση ενός από τους αντιπάλους
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.