Meaning of νιάτα | Babel Free
/ˈɲata/Ορισμοί
- η νεότητα, η χρονική περίοδος της ζωής ενός ανθρώπου κατά την οποία αυτός είναι νέος
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιάτο accusative, nominative, plural, vocative
- συλλογικά οι νέοι άνθρωποι
Ισοδύναμα
English
Youth
Παραδείγματα
“Να ’χα τα νιάτα σου, θα τα μπορούσα όλα!”
If I had your youth, I could do anything!
“Φεύγουν τα νιάτα, Τα νιάτα κι η δροσιά, Φεύγουν τα νιάτα μας και χάνονται, Και μαζί τους φεύγει η ξεγνοιασιά.”
Our youth is going, Our youth and coolness, Our youth is going and vanishing, And with it, our carefree times.
“Τα οργισμένα νιάτα απαιτούσαν δωρεάν παιδεία.”
The angry youths demanded free education.
“θυμάμαι τα νιάτα μου”
“τόπο στα νιάτα!”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.