HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νεύρωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. παθολογική διαταραχή της ψυχικής κατάστασης που όμως δεν σχετίζεται με αλλοιώσεις ή παθήσεις του νευρικού συστήματος (δείτε ψύχωση). Εκδηλώνεται με ψυχοσωματικά συμπτώματα (εφίδρωση, ταχυπαλμία, αϋπνία, κ.λπ.)
  2. η διάταξη των ινών των φύλλων των φυτών
  3. κάθε διάταξη που μοιάζει με εκείνην των νεύρων

Ισοδύναμα

English Neurosis rib

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νεύρωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course