νεκταρίνι
Ορισμοί
ποικιλία του ροδάκινου, καρπός της νεκταρινιάς· φρούτο με λεία φλούδα και σάρκα σκληρή (όπως του μήλου) κόκκινου, λευκού ή κίτρινου χρώματος
Ισοδύναμα
13 more languages
Češtinanektarinka
DeutschNektarine
Esperantonektarino
Suominektariini
Gàidhligpeitseag-lom
한국어천도 복숭아
Latinanectareus
Nederlandsnectarine
Русскийнектарин
Svenskanektarin
Tiếng Việtxuân đào
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free