Meaning of μόρτη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το μερίδιο που παίρνει ο ιδιοκτήτης του κτήματος από την παραγωγή που έβγαλε ο καλλιεργητής καλλιεργώντας το
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μόρτης
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.