Meaning of μόριο | Babel Free
/ˈmo.ɾi.o/Ορισμοί
- η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της
- άκλιτη λέξη που δεν ανήκει στα γνωστά δέκα μέρη του λόγου και χρησιμεύει π.χ. στο σχηματισμό χρόνων και εγκλίσεων ή αρνητικών προτάσεων
- αχώριστο μόριο: πρόθημα που δεν υπάρχει ως αυτόνομη λέξη
- οποιοδήποτε τμήμα του ανθρώπινου σώματος
- εξωτερικό τμήμα του γεννητικού οργάνου
- σύγχρονη μονάδα βαθμολογίας ή αξιολόγησης
Παραδείγματα
“Ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου.”
“※ Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Ινστιτούτο τεχνολογίας υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος», ebooks.edu.gr, ανακτήθηκε στις 10/1/2026 https://old.ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B132/770/5034,23006/)”
“※ Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)”
“το μόριο «δε» γράφεται με τελικό ν πριν από...”
“Ως μέρος λόγου, στα νέα ελληνικά, τα μόρια είναι: ας, για, μα, θα, να και κατά ορισμένες γραμματικές, τα ναι, όχι, δε(ν), μη(ν)”
“το αχώριστο μόριο α- είναι τις περισσότερες φορές στερητικό”
“έπαθε θλάση μορίων στο μηρό”
“Για να προσληφθείτε χρειάζεστε αρκετά περισσότερα μόρια.”
“Στις εξετάσεις πήγε πολύ καλά και μάζεψε αρκετά μόρια.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.