Meaning of μυοσίτιδα | Babel Free
Ορισμοί
φλεγμονώδης πάθηση των μυών που προκαλεί πόνο, αδυναμία και οίδημα, μπορεί να προκληθεί από λοιμώξεις, αυτοάνοσα νοσήματα ή τραυματισμούς, ενώ η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία και μπορεί να περιλαμβάνει αντιφλεγμονώδη φάρμακα και φυσικοθεραπεία
Ισοδύναμα
English
myositis
Παραδείγματα
“※ Από το αναλυτικό ιστορικό που ελήφθη από τους οικείους των δυο περιστατικών, καθώς και από 3 ακόμα ασθενείς με κυτταρίτιδα/μυοσίτιδα που επισκέφτηκαν το ΓΝ Πύργου το ίδιο διάστημα, δεν βρέθηκε κάποια κοινή έκθεση ή παράγοντας κινδύνου. (www.tovima.gr, 16.08.2024)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.