Σημασία του μπόλικη | Babel Free
ˈboliciΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπόλικος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είχε μπόλικη υπομονή με τα μικρά παιδιά.”
She had plenty of patience with the little children.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free