Meaning of μποτίλια | Babel Free
/boˈti.ʎa/Ορισμοί
- γυάλινο μπουκάλι, που μέσα του τοποθετούνται διάφορα υγρά
- γυναικείο επώνυμο
- μεταλλικό επίμηκες δοχείο, που μέσα του τοποθετούνται διάφορα αέρια υπό πίεση
Παραδείγματα
“※ Μήτε τα κτήματά τους ξεύρει, μήτε το σπίτι του πονεί, μόνον κάθεται απ' το πρωί ως τα μεσάνυχτα με την μποτίλια του ρακιού μπροστά του, κάθεται σαν τόπακας μέσ' στο χαρέμι. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Μοσκώβ-Σελήμ)”
“※ Ανάμεσα στους τιμηθέντες ήταν και ο Ιταλός Ρέινολτ Μέσνερ ο οποίος έγινε ο πρώτος ορειβάτης που ανέβηκε επάνω χωρίς να χρησιμοποιήσει μποτίλια οξυγόνου καθώς και ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος κατέκτησε τις 14 υψηλότερες κορυφές του πλανήτη. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.