Σημασία του μποξάς | Babel Free
Ορισμοί
-
σάλι dated, vulgar
-
ύφασμα με το οποίο τυλίγουμε διάφορα πράγματα ή ρούχα σχηματίζοντας μπόγο μεταφοράς τους dated, vulgar
Ισοδύναμα
Türkçe
bohça
Παραδείγματα
“※ Ο Τρύφωνας είχε μόνο τον μποξά με τις αλλαξιές που του ετοίμασε η Μάρθα και το ρολόι του σταθμού, που το έβαλε και αυτό στον μποξά.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free