HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μποξάς | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. σάλι
    dated, vulgar
  2. ύφασμα με το οποίο τυλίγουμε διάφορα πράγματα ή ρούχα σχηματίζοντας μπόγο μεταφοράς τους
    dated, vulgar

Παραδείγματα

“※ Ο Τρύφωνας είχε μόνο τον μποξά με τις αλλαξιές που του ετοίμασε η Μάρθα και το ρολόι του σταθμού, που το έβαλε και αυτό στον μποξά.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μποξάς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course