Meaning of μποέμ | Babel Free
/boˈem/Ορισμοί
- που ζει με τρόπο λιτό, αμέριμνο, αντισυμβατικό και σχεδόν άσωτο (χρησιμοποιείται συνήθως για καλλιτέχνες)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- για τον τίτλο της όπερας
Ισοδύναμα
English
Bohemian
Παραδείγματα
“※ Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“※ Βέρος Πειραιώτης. Γέννημα θρέμμα του μεγάλου λιμανιού. Κιμπάρης και ντόμπρος. Τζέντλεμαν και μποέμ. Αντικομφορμιστής και αυθεντικός αντιστάρ, ένας από τους πιο ωραίους τύπους της γενιάς του, άφησε νωρίς την τελευταία του πνοή. (Χρήστος Κυριαζής: Έζησε σαν γνήσιος Πειραιώτης, έφυγε πρίγκιπας, Πρώτο Θέμα, 17/11/2021 https://www.protothema.gr/life-style/article/1182784/hristos-kuriazis-ezise-san-gnisios-peiraiotis-efuge-prigipas/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.