HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μποέμ | Babel Free

Noun CEFR B1
/boˈem/

Ορισμοί

  1. που ζει με τρόπο λιτό, αμέριμνο, αντισυμβατικό και σχεδόν άσωτο (χρησιμοποιείται συνήθως για καλλιτέχνες)
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. για τον τίτλο της όπερας

Ισοδύναμα

English Bohemian

Παραδείγματα

“※ Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“※ Βέρος Πειραιώτης. Γέννημα θρέμμα του μεγάλου λιμανιού. Κιμπάρης και ντόμπρος. Τζέντλεμαν και μποέμ. Αντικομφορμιστής και αυθεντικός αντιστάρ, ένας από τους πιο ωραίους τύπους της γενιάς του, άφησε νωρίς την τελευταία του πνοή. (Χρήστος Κυριαζής: Έζησε σαν γνήσιος Πειραιώτης, έφυγε πρίγκιπας, Πρώτο Θέμα, 17/11/2021 https://www.protothema.gr/life-style/article/1182784/hristos-kuriazis-ezise-san-gnisios-peiraiotis-efuge-prigipas/)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μποέμ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course