Meaning of μπλοκάρω | Babel Free
bloˈka.ɾoΟρισμοί
- φράζω ή αποκλείω κάποιο χώρο, για να μην ξεφύγει κάποιος ή κάτι
- διακόπτω μια διαδικασία ή την εμποδίζω
- σταματώ, ακινητοποιώ
-
αλλάζω με έντονο τρόπο τη συναισθηματική κατάσταση κάποιου, κάνοντάς τον να νιώσει μπερδεμένα ή ανάμεικτα συναισθήματα figuratively
Ισοδύναμα
English
block
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.