HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μπλοκάρω — definition

Conjugation of μπλοκάρω

Regular CEFR C2
bloˈka.ɾo

αλλάζω με έντονο τρόπο τη συναισθηματική κατάσταση κάποιου, κάνοντάς τον να νιώσει μπερδεμένα ή ανάμεικτα συναισθήματα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπλοκάρω
εσύ μπλοκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκάρει
εμείς μπλοκάρουμε
εσείς μπλοκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκάρουν
Παρατατικός
εγώ μπλοκάριζα
εσύ μπλοκάριζες
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκάριζε
εμείς μπλοκάραμε
εσείς μπλοκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκάριζαν
Αόριστος
εγώ μπλοκάρισα
εσύ μπλοκάρισες
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκάρισε
εμείς μπλοκάραμε
εσείς μπλοκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλοκάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπλοκάρω
εσύ μπλοκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκάρει
εμείς μπλοκάρουμε
εσείς μπλοκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μπλοκάριζε
εσείς μπλοκάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μπλοκάρισε
εσείς μπλοκάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
μπλοκάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπλοκάρομαι
εσύ μπλοκάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκάρεται
εμείς μπλοκαριζόμαστε
εσείς μπλοκάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκάρονται
Παρατατικός
εγώ μπλοκαριζόμουν
εσύ μπλοκαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκαριζόταν
εμείς μπλοκαριζόμασταν
εσείς μπλοκαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκάρονταν
Αόριστος
εγώ μπλοκαρίστηκα
εσύ μπλοκαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκαρίστηκε
εμείς μπλοκαριστήκαμε
εσείς μπλοκαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλοκαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπλοκαριστώ
εσύ μπλοκαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό μπλοκαριστεί
εμείς μπλοκαριστούμε
εσείς μπλοκαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλοκαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μπλοκάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς μπλοκαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μπλοκαριστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary