Conjugation of μπλοκάρω
bloˈka.ɾoαλλάζω με έντονο τρόπο τη συναισθηματική κατάσταση κάποιου, κάνοντάς τον να νιώσει μπερδεμένα ή ανάμεικτα συναισθήματα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μπλοκάρω |
| εσύ | μπλοκάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκάρει |
| εμείς | μπλοκάρουμε |
| εσείς | μπλοκάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | μπλοκάριζα |
| εσύ | μπλοκάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκάριζε |
| εμείς | μπλοκάραμε |
| εσείς | μπλοκάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | μπλοκάρισα |
| εσύ | μπλοκάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκάρισε |
| εμείς | μπλοκάραμε |
| εσείς | μπλοκάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μπλοκάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μπλοκάρω |
| εσύ | μπλοκάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκάρει |
| εμείς | μπλοκάρουμε |
| εσείς | μπλοκάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μπλοκάριζε |
| εσείς | μπλοκάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μπλοκάρισε |
| εσείς | μπλοκάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μπλοκάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μπλοκάρομαι |
| εσύ | μπλοκάρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκάρεται |
| εμείς | μπλοκαριζόμαστε |
| εσείς | μπλοκάρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκάρονται |
Παρατατικός
| εγώ | μπλοκαριζόμουν |
| εσύ | μπλοκαριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκαριζόταν |
| εμείς | μπλοκαριζόμασταν |
| εσείς | μπλοκαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκάρονταν |
Αόριστος
| εγώ | μπλοκαρίστηκα |
| εσύ | μπλοκαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκαρίστηκε |
| εμείς | μπλοκαριστήκαμε |
| εσείς | μπλοκαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκαρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μπλοκαριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μπλοκαριστώ |
| εσύ | μπλοκαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπλοκαριστεί |
| εμείς | μπλοκαριστούμε |
| εσείς | μπλοκαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπλοκαριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μπλοκάρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | μπλοκαριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μπλοκαριστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.