μπιμπελό
Ορισμοί
μικρό διακοσμητικό αντικείμενο
Ισοδύναμα
3 more languages
Παραδείγματα
“※ έβγαλε τελευταίο το γιάλινο μπιμπελό που είχε στην καμαρά της, δυο δελφινάκα σφιχταγκαλιασμένα, δώρο του πατέρα της σαν πάτησε τα πέντε. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, εκδ. Καστανιώτη, 2001)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free