μπαχαρικό
Ορισμοί
μαγειρικό καρύκευμα που αρωματίζει και νοστιμεύει το φαγητό, π.χ. το πιπέρι, η κανέλλα, το κύμινο, το μοσχοκάρυδο κτλ
Ισοδύναμα
19 more languages
العربيةطيب
Ελληνικάκαρυκεύω
Gàidhligspìosraich
עבריתתיבל
Bahasa Indonesiarempah
Latinacondio
Portuguêsespeciaria
Svenskakrydda
Türkçebaharat
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free