Σημασία του μπαχαρικό | Babel Free
Ορισμοί
μαγειρικό καρύκευμα που αρωματίζει και νοστιμεύει το φαγητό, π.χ. το πιπέρι, η κανέλλα, το κύμινο, το μοσχοκάρυδο κτλ
Ισοδύναμα
العربية
طيب
Ελληνικά
καρυκεύω
Gàidhlig
spìosraich
עברית
תיבל
Bahasa Indonesia
rempah
Latina
condio
Português
especiaria
Svenska
krydda
Türkçe
baharat
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free