Meaning of μπατόν | Babel Free
/baˈton/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ονομασία για αντικείμενα με το σχήμα μπαστουνιού ή ραβδιού
- τα μπατόν για πεζοπορία, ορειβασία και σκι
- μπατόν του διευθυντή ορχήστρας που με τις κινήσεις του συντονίζει
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.