Μπαμπούσκα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ελληνική ονομασία της παραδοσιακής ρωσικής ξύλινης κούκλας матрёшка (matrjóška, ματριόσκα), έντονα ζωγραφισμένη και με παραδοσιακά ρούχα και χαρακτηριστικά, η οποία ανοίγει και μέσα της περιέχει άλλη μικρότερη της ίδιας μορφής κ.ο.κ., μέχρι να συμπληρωθεί μια σειρά από τρεις ή περισσότερες κούκλες, η μία μέσα στην λίγο μεγαλύτερή της
- άλλη μορφή του μπάμπουσκα (παρατονισμένη σε σχέση με τη ρωσική λέξη)
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free