Meaning of μορφίνη | Babel Free
/[mɔɾˈfini]/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μορφίνης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μορφίνης accusative, genitive, singular, vocative
- λευκή κρυσταλλική αλκαλική υπνωτική ουσία, που παράγεται από το όπιο και χρησιμοποιείται ως παυσίπονο ή ναρκωτικό
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.