μονότερμα
Ορισμοί
είδος ποδοσφαίρου όπου οι δύο αντίπαλες (ολιγομελείς συνήθως) ομάδες προσπαθούν να βάλουν γκολ σε ένα και μόνο τέρμα (ο τερματοφύλακας δεν είναι μέλος καμίας από τις δύο ομάδες)
Παραδείγματα
“Ήμασταν στο γήπεδο μόνο πέντε παιδιά κι αποφασίσαμε να παίξουμε μονότερμα. Ρίξαμε κλήρο κι ο Γιώργος έκατσε τερματοφύλακας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free