Meaning of μονο- | Babel Free
/mo.no/Ορισμοί
αντικαθιστά ως πρώτο συνθετικό λέξεων το απόλυτο αριθμητικό ένας
Παραδείγματα
“μονογαμία, μονοδιάστατος, μονοκατοικία”
“μονόπετρο, μονόχρωμος”
“μονόφθαλμος, μονάκριβος, μονύελο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.