μοναχικές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναχική
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Περνούσε μοναχικές νύχτες διαβάζοντας ποίηση.”
She spent lonely nights reading poetry.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free