Meaning of μοδίστρα | Babel Free
/moˈði.stɾa/Ορισμοί
- η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα
-
ειρωνική ονομασία για τους στρατεύσιμους που υπηρετούν εύκολη θητεία, όπως γενικά θεωρούνται στην Ελλάδα από τους φαντάρους του στρατού ξηράς οι σμηνίτες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), ή, στον Ελληνικό Στρατό (ΕΣ), οι στρατιώτες που υπηρετούν στις Διαβιβάσεις (ΔΒ) (διαβιβαστές) ή στο Σώμα Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ) (υλικοπόλεμοι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) plural-normally, slang
Ισοδύναμα
English
tailoress
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.