Σημασία του μοδίστρα | Babel Free
moˈði.stɾaΟρισμοί
- η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα
-
ειρωνική ονομασία για τους στρατεύσιμους που υπηρετούν εύκολη θητεία, όπως γενικά θεωρούνται στην Ελλάδα από τους φαντάρους του στρατού ξηράς οι σμηνίτες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), ή, στον Ελληνικό Στρατό (ΕΣ), οι στρατιώτες που υπηρετούν στις Διαβιβάσεις (ΔΒ) (διαβιβαστές) ή στο Σώμα Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ) (υλικοπόλεμοι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) plural-normally, slang
Ισοδύναμα
Català
sastressa
Deutsch
Schneiderin
Español
modista
Gaeilge
bantáilliúir
Македонски
кројачка
Nederlands
kleermaakster
Română
croitoreasă
Slovenčina
krajčírka
Українська
кравчиня
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free