HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μοδίστρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
moˈði.stɾa

Ορισμοί

  1. η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα
  2. ειρωνική ονομασία για τους στρατεύσιμους που υπηρετούν εύκολη θητεία, όπως γενικά θεωρούνται στην Ελλάδα από τους φαντάρους του στρατού ξηράς οι σμηνίτες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), ή, στον Ελληνικό Στρατό (ΕΣ), οι στρατιώτες που υπηρετούν στις Διαβιβάσεις (ΔΒ) (διαβιβαστές) ή στο Σώμα Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ) (υλικοπόλεμοι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    plural-normally, slang

Ισοδύναμα

13 more languages

Παραδείγματα

“Η μοδίστρα έραψε το νυφικό φόρεμα.”

The dressmaker sewed the wedding dress.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μοδίστρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free