μοδίστρα
Ορισμοί
- η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα
-
ειρωνική ονομασία για τους στρατεύσιμους που υπηρετούν εύκολη θητεία, όπως γενικά θεωρούνται στην Ελλάδα από τους φαντάρους του στρατού ξηράς οι σμηνίτες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), ή, στον Ελληνικό Στρατό (ΕΣ), οι στρατιώτες που υπηρετούν στις Διαβιβάσεις (ΔΒ) (διαβιβαστές) ή στο Σώμα Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ) (υλικοπόλεμοι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) plural-normally, slang
Ισοδύναμα
13 more languages
Catalàsastressa
DeutschSchneiderin
Gaeilgebantáilliúir
Македонскикројачка
Nederlandskleermaakster
Românăcroitoreasă
Slovenčinakrajčírka
Українськакравчиня
Παραδείγματα
“Η μοδίστρα έραψε το νυφικό φόρεμα.”
The dressmaker sewed the wedding dress.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free