HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μισθωτός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/mis.θoˈtos/

Ορισμοί

αυτός που προσφέρει την εργασία του έναντι μισθού

Παραδείγματα

“※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μισθωτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course